Τα γεγονότα είναι σεβαστά. Τα σχόλια ελεύθερα.

Image description goes here Image description goes here Image description goes here

Ιστορικά

Από τη Βυζαντινοκρατία στη Φραγκοκρατία

Σπουδή τής Ιστορίας Αιτωλών & Ακαρνάνων,

     βασισμένη στην ‘‘βιαιοπαθή θεωρία’’

(Κείμενο της διάλεξης του δρ Ιωάννη Νεραντζή στο τμήμα Πολιτιστικού περιβάλλοντος και νέων τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Πατρών)

 

      

   Η προσληπτική αντίληψη των σημαινομένων ενός βιβλίου με ιστορικό περιεχόμενο διαφέρει από αναγνώστη σε αναγνώστη. Καθότι, στη μεθοδολογία, είτε τη συγγραφική είτε την αναγνωστική («γιγνώσκεις αυτά που αναγιγνώσκεις;»), τυφλοσούρτες δεν υπάρχουν. Κάθε μελετητής προσεγγίζει το κολοσσιαίο αυτό θέμα από τον δικό του δρόμο που, ενδεχομένως, συμπίπτει με την εν γένει διαδρομή του πνευματικού του βίου και ίσως εκ των υστέρων διαμορφώνει μια μέθοδο συμβατή προς αυτόν.

   Αυτό το μεθοδολογικό αξίωμα τίθεται διά στόματος του μεγίστου πανεπιστημιακού καθηγητή Ιστορίας Γιάκομπ Μπούρκχαρτ (1818-1897) στο βιβλίο του, Σκέψεις για την Ιστορία, (‘‘εκδόσεις Printa’’, 2004).

   Σύμφωνα, λοιπόν, με την ‘‘βιαιοπαθή θεωρία’’ σπουδής της Ιστορίας, ο ιστορικός στρέφει το ενδιαφέρον του στα ταχύρρυθμα φαινόμενα του παγκοσμίου γίγνεσθαι, στις κρίσεις και τις επαναστάσεις αλλά και στην ενίοτε απότομη αφομοίωση όλων των άλλων κινήσεων, στον γενικευμένον αναβρασμό σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, στις ρήξεις και στις αντιδράσεις, στις αποκρυσταλλώσεις της παγκόσμιας ιστορίας, αλλά και στον ρόλο της προσωπικότητας στην Ιστορία, ποσώς σε συνάρτηση με τον ρόλο του λαού στην Ιστορία. Πρόκειται ασφαλώς για μια ανθρωποκεντρική θεώρηση της Ιστορίας που θέλει, δηλαδή, κέντρο της Ιστορίας και δράστη της Ιστορίας τον Άνθρωπο.

   Η δική μας αφετηρία, είτε συγγραφής είτε σπουδής της ιστορίας είναι το μοναδικό σταθερό και προσιτό σ’ εμάς κέντρο όλων των πραγμάτων, ο αγωνιζόμενος, ο πράττων και πάσχων άνθρωπος ως έχει, ως είχε ανέκαθεν και ως θα έχει εσαεί. Για τούτο και υπό μια έννοια η μελέτη μας θα είναι παθολογικής τάξεως. Εννοώ ότι, –επαναλαμβάνοντας τα λόγια του μεγίστου ιστορικού Γιάκομπ Μπούρκχαρτ-, ο ιστορικός βίος, με τα χίλια μύρια πρόσωπα και προσωπεία του, πορεύεται άλλοτε ελεύθερα άλλοτε όχι, άλλοτε διά της ευθείας άλλοτε διά της τεθλασμένης, άλλοτε διά των ατόμων άλλοτε διά των μαζών, άλλοτε αισιόδοξα άλλοτε απαισιόδοξα, θεμελιώνοντας και εκθεμελιώνοντας κράτη, θρησκείες, πολιτισμούς. Ο ιστορικός άνθρωπος παραμένει «φαινόμενον μέγα»: άλλοτε γρίφος ο ίδιος για τον εαυτό του, αγόμενος και φερόμενος από το θυμικό μάλλον και τη φαντασία παρά από την κρίση και τη διάνοια, κι άλλοτε μόνο με τη φρόνηση και τον νού στο πλευρό του, προτού παραδοθεί ξανά σε ενοράσεις και προαισθήματα του απωτέρου μέλλοντος.

   Αν είναι κάποτε η ιστορία να μας βοηθήσει, έστω και ελάχιστα, στη διαλεύκανση του μεγάλου μυστηρίου της ζωής, πρέπει πρώτα εμείς να αφήσουμε πίσω μας τα υποκειμενικά και εφήμερα προαισθήματα, μεταβαίνοντας σε μια σφαίρα όπου το εγώ δεν θα θολώνει ευθύς εξ αρχής το βλέμμα μας. Ίσως κάποια ενατένιση περισσότερο γαλήνια και από μεγαλύτερη απόσταση να είναι μια καλή αρχή προκειμένου να αντιληφθούμε τι γυρεύουμε πράγματι πάνω στη γη. Αξίζει ιδιαιτέρως να προσεχθεί η σχέση ανάμεσα στους δύο πόλους, τη γνώση και τη σκοπιμότητα. Άλλωστε στην ιστορική έρευνα και σπουδή το αίτημά μας για γνώση συχνά αναχαιτίζεται από ένα πυκνό πλέγμα σκοπιμοτήτων που αυτοπροτείνονται ως ιστορικές πηγές. Αλλά και εμείς οι ίδιοι αδυνατούμε να απορρίψουμε ολωσδιόλου τις δικές μας σκοπιμότητες –ιδιωτικές και δημόσιες- και αυτός είναι, ίσως, ο πιο αδυσώπητος εχθρός της γνώσεως. Απόδειξη: αμέσως μόλις η ιστορία προσεγγίζει την εποχή μας και το αξιότιμο πρόσωπό μας, τα πάντα αίφνης γίνονται πολύ «πιο ενδιαφέροντα», ενώ στην πραγματικότητα εμείς είμαστε «πιο ενδιαφερόμενοι».   

 

(2)  Από τη Βυζαντιοκρατία στη Φραγκοκρατία

 

   Η σύναψη ειρήνης μεταξύ Αιτωλών και Ρωμαίων το 187 π.Χ. αποτέλεσε τη βάση της υποταγής των Αιτωλών, τής "Αιτωλικής Συμπολιτείας". 'Ετσι  εις βάρος των Ατωλών έληξε ο «αιτωλικός πόλεμος» θραύσας την μεγάλη επικράτεια τής "Αιτωλικής Συμπολιτείας", την οποίαν είχαν δι’ αγώνων δημιουργήσει οι Αιτωλοί. Ανοίγει πλέον η πύλη για το πέρασμα στην περίοδο της υποδούλωσης στους Ρωμαίους και της Ρωμαιοκρατίας στην Ελλάδα (146 π.Χ. – 610 μ.Χ.).[1].

   Από το 50 έως το 30 π.Χ. ολόκληρη η Ελλάδα - και μαζί και η Αιτωλία και Ακαρνανία - υφίσταται καταστροφές από τις διαμάχες επί ελληνικού εδάφους των Ρωμαίων στρατηγών για τον έλεγχο της Ρώμης. Η αναστάτωση αυτή της Ελλάδος λήγει οριστικά με τη ναυμαχία του Ακτίου, το 31 π.Χ. Η ίδρυση τής Νικοπόλεως, το επόμενο έτος, είναι το σημαντικότερο γεγονός για την Αιτωλία και Ακαρνανία, γιατί αλλάζει η οικονομία της περιοχής, ενώ είναι γνωστή από τις πηγές η μεγάλη μετακίνηση πληθυσμών γύρω από τον Αμβρακικό προς τη Νικόπολη. Η υποχρεωτική αυτή μετοίκηση αλλοιώνει τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τόσο της Ακαρνανίας όσο και της Αιτωλίας.[2]. Οι ακτές της Αιτωλίας και της δυτικής Λοκρίδος με την πόλη της Ναυπάκτου περιέρχονται στη νεοϊδρυμένη αποικία των Πατρών (Παυσανίας 7.18.8) και τμήμα του πληθυσμού της Αιτωλίας ενισχύει τη νεοϊδρυθείσα στην ΄Ηπειρο, το 30 π.Χ., Νικόπολη, στην οποία εντάσσεται διοικητικά και η Ακαρνανία.[3].

    Ερχόμενοι στον πρώτον αιώνα π.Χ., και ιδιαίτερα στη διετία 57-55, σύμφωνα με τα αναφερόμενα από τον Κικέρωνα (in Pisone 37,91 και 40,96), ο Λεύκιος Καλπούρνιος Πείσων Καισώνιος, ανθύπατος της Μακεδονίας (57 μέχρι 55 π.Χ.), ως οικονομικός διαχειριστής της περιφέρειάς του, εφήρμοσε υπέρ του ιδίου συμφέροντος άπλειστη οικονομική πολιτική εις βάρος όλων των τμημάτων της Μακεδονικής διοικήσεως, ειδικά εις βάρος της Αιτωλίας, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Βοιωτίας, και των Αθηνών. Μάλιστα, η πλεονεξία του ανθυπάτου τούτου ηνάγκασε τότε τους ορεινούς λαούς, Δόλοπες και Αγριάνες, που κατοικούσαν τα εδάφη τα μεταξύ Θεσσαλίας, Αθαμανίας και της βορείου Αιτωλίας, να επιπέσουν, λόγω της απεγνωσμένης απορίας και εξαθλίωσής τους, επί των πόλεων, Στράτο (Ακαρνανίας), Αρσινόη (Αιτωλίας), και Ναύπακτο (δυτικής Λοκρίδος), οι οποίες είχαν τότε μια σχετική ευημερία.[4].

   Γύρω στο 48 π.Χ., είναι η περίοδος που η Αιτωλία και η Ακαρνανία βρισκόταν στη δίνη του ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου μεταξύ Πομπηϊου και Γαϊου Ιουλίου Καίσαρος.[5].

   Σε τέτοια κατάσταση βρισκόταν η Αιτωλία και η Ακαρνανία, όταν άρχισε να διαδίδεται σ' αυτή την περιοχή η νέα χριστιανική θρησκεία. Σαφείς πληροφορίες περί του τρόπου και του χρόνου εξάπλωσης του χριστιανισμού στην Αιτωλία και Ακαρνανία δεν υπάρχουν. Είναι όμως διαπιστωμένο ιστορικά και αρχαιολογικά ότι άργησε κατά πολύ να επικρατήσει, αφού μέχρι και τον 7ον αιώνα μ.Χ. αντιπαλαίει ακόμα με την ελληνική θρησκεία, σφετεριζόμενη τους ναούς του ολυμπιακού δωδεκαθέου που υπήρχαν στην Αιτωλία, -όρα στο χωριό Μόκιστα/Άγία Σοφία, στην περιοχή Απόκουρου Αιτωλίας, όπου δύο εκκλησίες, ο Άγιος Νικόλαος και οι Ταξιάρχες, επικάθησαν επί του αρχαιοελληνικού ναού της «Αρτέμιδος Ηγεμόνης», του οποίου χρησιμοποίησαν το οικοδομικό υλικό-,[6], μετατρέποντας έτσι τον ναό της γηγενούς Ελληνικής θρησκείας σε εκκλησία θρησκείας δανεισμένης εκ των Εβραίων.[7].

   Εκ παραλλήλου, στα τέλη του 3ου χριστιανικού αιώνα άρχισαν οι εισβολές των βαρβαρικών φύλων: Κατά τον ιστορικό Σπύρο Βρυώνη, ΄Ερουλοι, Βησιγότθοι, Βάνδαλοι, Σλάβοι, Άραβες, Βούλγαροι, Νορμανδοί, Σέρβοι, απέκτησαν κατά διαστήματα κυριαρχία στην περιοχή λεηλατώντας και αφανίζοντάς την.[8].

   Το καταστροφικό έργο των βαρβαρικών ορδών ήρθαν στη συνέχεια να ολοκληρώσουν οι σεισμοί και οι ασθένειες.[9].

   Αργότερα, ο αυτοκράτορας του βυζαντίου Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347-1354), στο έργο του, Ιστορία, αναφέρει ότι, η Ακαρνανία, (στον 14ον αιώνα), ήταν τόσο ρημαγμένη μετά την εισβολή των Σέρβων με αρχηγό τον Στέφανο Δουσάν, που οι κάτοικοί της επέλεγαν αυτοβούλως να πωληθούν ως σκλάβοι παρά να πεθάνουν από τις κακουχίες στην πατρογονική γη.[10].

   Εμμένοντας στη βυζαντινή περίοδο, μετά τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους της Ηπείρου, το 1204, γνωστού ως "Δεσποτάτον της Ηπείρου", στο οποίο ανήκε και η Ακαρνανία με το δυτικό τμήμα της Αιτωλίας, τα εδάφη αυτά έγιναν θέατρο συγκρούσεων μεταξύ Ελλήνων, Αρβανιτών, Σέρβων, Ιταλών και Βουλγάρων. Τις μάχες αυτές εξιστορούν τόσον ο λόγιος και ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς (+ 1361) στο έργο του, Ιστορία, όσον και ο Ιωάννης ο ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347-1354) στο δικό του έργον, Ιστορία, ενώ το "Χρονικό των Ιωαννίνων κατ’ ανέκδοτον δημώδη επιτομήν" καταγράφει λεπτομερώς τα έργα και τις ημέρες ειδικά των Αρβανιτών μεταξύ των ετών 1341 – 1400 σε Ήπειρο και ποσώς σε Ακαρνανία και Αιτωλία.[11].

  Ειδικότερα, μετά το 1204, η Ακαρνανία και η Αιτωλία έγινε ο νοτιοδυτικός προμαχώνας του "Δεσποτάτου τής Ηπείρου" με τα κάστρα της Ναυπάκτου, του Αγγελοκάστρου, του Βλοχού και της Βόνιτσας.[12].  

       Μετά τήν κατάληψη τής Κωνσταντινουπόλεως υπό τών Λατίνων Σταυροφόρων τής Δ΄ Σταυροφορίας, το 1204, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διασπάσθηκε σε μεγαλύτερες ή μικρότερες φεουδαρχικού τύπου πολιτείες. Το ελλαδικό γεωγραφικό διαμέρισμα που σήμερα καλείται ‘‘Δυτική Στερεά’’ μέχρι και τής Ναυπάκτου περιελήφθη στην επικράτεια του γεωπολιτικού μορφώματος γνωστού, άνευ αποχρώντος λόγου, ως  "Δεσποτάτο τής Ηπείρου".[13].

  Ειδικότερα, μετά το 1267 ή 1268, έτος που πέθανε ο Μιχαήλ Β΄ «άρχοντας της Ηπείρου και τής Θεσσαλίας» (κατά περιγραφήν τού Γρηγορά), σύμφωνα με τη διαθήκη που αυτός άφησε, μοιράσθηκαν οι κτήσεις του μεταξύ των δύο γυιών του, τού Νικηφόρου και τού νόθου Ιωάννη Δούκα: Ο Ιωάννης Δούκας κληρονόμησε εκείνο το τμήμα της βόρειας και κεντρικής Ελλάδας με όρια προς βορρά το όρος Όλυμπος και προς νότο το όρος Παρνασσός. Ο Νικηφόρος έλαβε εκείνο το τμήμα της βορειοδυτικής Ελλάδας, γνωστό τότε ως «παλαιά Ήπειρος»: περιελάμβανε τις χώρες, των Θεσπρωτών, των Δολώπων, των Ακαρνάνων, μέρος της χώρας των Αιτωλών, καθώς επίσης τη δυτική Λοκρίδα ως τη λοκρική πόλη Ναύπακτο, και τα νησιά Κέρκυρα, Κεφαλληνία και Ιθάκη. Είχε, δηλαδή, δυτικά όρια το Αδριατικό και το Ιόνιο Πέλαγος, βόρεια τα όρη που ήταν γνωστά ως Πίνδος και Ακροκεραύνιον, ανατολικά την πόλη Ναύπακτο κειμένη στα ανατολικά του ποταμού Αχελώο, και νότια την Κέρκυρα και την Κεφαλληνία.[14]. Ο Γρηγοράς είναι προσεκτικός στον καθορισμό τής περιοχής δικαιοδοσίας τού νέου ‘‘δεσπότη’’/κυβερνήτη ως Παλαιάς Ηπείρου, της περιφέρειας που κάλυπτε το παλιό γεωγραφικό «θέμα της Νικοπόλεως», που επεκτεινόταν από τα Ιωάννινα προς βορρά και τη Ναύπακτο προς νότο, με πρωτεύουσά της τήν Άρτα.[15]. Η νέα Ήπειρος, η χώρα βορείως του ακρωτηρίου Ακροκεραύνιον και της παραλίας της Αυλώνος που περιλαμβανόταν στο παλιό γεωγραφικό «θέμα του Δυρραχίου», δεν ήταν πια μέρος του ‘‘δεσποτάτου της Ηπείρου’’.[16]. Ο Νικηφόρος νυμφεύθηκε το 1265 την Άννα, ανιψιά τού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282), ο οποίος τού είχε επιβεβαιώσει το δικαίωμα στον τίτλο τού δεσπότη (= κοσμικού κυβερνήτη).[17]. Η Άννα Παλαιολογίνα ήταν η τρίτη κόρη τού Ιωάννη Καντακουζηνού και της Ειρήνης ή Ευλογίας, της αγαπημένης αδελφής τού Μιχαήλ Η΄. Η Άννα ήταν αφοσιωμένη στα συμφέροντα τής οικογένειάς της στήν Κωνσταντινούπολη και έψαχνε να βρει τρόπους να τα συνδυάζει μ’ εκείνα τού συζύγου της στην Ήπειρο.[18]. Αναμφίβολα, χάρη σ’ αυτή και τη κυρίαρχη και συχνά κατευναστική επιρροή της στις υποθέσεις της Ηπείρου, ο Νικηφόρος παρέμεινε για τα επόμενα σαράντα χρόνια σε ειρήνη. Όμως, μετά το 1279, λόγω διαφόρων ιστορικών γεγονότων, ο Νικηφόρος γίνεται ουσιαστικά ένας υποτελής και υπήκοος του Καρόλου Ανζού βασιλιά της Νεαπόλεως και της Σικελίας και αποφασισμένου εχθρού της παλινορθωμένης βυζαντινής αυτοκρατορίας, μέχρι που ο Ανζού πέθανε τον Ιανουάριο του 1285. Δηλαδή, το δεσποτάτο της Ηπείρου είχε διακηρυχθεί πως ήταν μια αποικία του ανδεγαβικού βασιλείου της Νεαπόλεως σε μεγάλο βαθμό υπό τους ιδίους όρους όπως το πριγκιπάτο της Αχαΐας, αν και βρισκόταν υπό την εξουσία του ντόπιου κυβερνήτη του. Ο γυιός και κληρονόμος τού Καρόλου Ανζού Κάρολος Β΄ ήταν αιχμάλωτος τών Αραγονίων μέχρι τον Ιούλιο τού 1289. Η δύναμη και οι αξιώσεις τού βασιλικού οίκου τών Ανζού επρόκειτο επομένως να περιοριστούν πλέον.[19].

   Έκτοτε, το προαναφερθέν γεωγραφικό διαμέρισμα - που το συνιστούν η χώρα τής Ακαρνανίας και η χώρα τής Αιτωλίας - έγινε ο νοτιοδυτικός προμαχώνας τού ‘‘Δεσποτάτου τής Ηπείρου’’[20] με τα κάστρα, τής Ναυπάκτου[21], τού Αγγελοκάστρου[22], τού Βλοχού[23] και τής Βόνιτσας[24].

   Συνακόλουθα, φιλόδοξοι ηγεμόνες, διαφόρων εθνικοτήτων, συγκρούονται μεταξύ τους, διεκδικώντας τα εδάφη τών καστροπολιτειών αυτών τής Αιτωλίας και τής Ακαρνανίας, τα κυβέρνησαν και τα καταδυνάστευσαν. Συγκεκριμένα, μετά τους Έλληνες χωροδεσπότες ακολουθούν οι Σέρβοι ηγεμόνες κι αυτούς τους διαδέχονται οι Αρβανίτες.

   Γνωστές είναι οι ερημώσεις χωριών της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας στη διάρκεια του πρώτου μισού του 14ου αιώνα.[25]. Συγκεκριμένα, μία από τις πλέον δραματικές σελίδες της Ιστορίας της Αιτωλίας και τής Ακαρνανίας είναι οι καταστροφές που προκάλεσαν οι οργανωμένες εισβολές των Αρβανιτών στα εδάφη της, υπό την καθοδήγηση της μεγάλης αρβανίτικης οικογένειας των Μπούα, κυρίως στη πεντηκονταετία 1350-1400, κατά τον  καθηγητή Σπύρο Ασωνίτη.[26].

   Μετά το 1408, υπό την ηγεσία του Καρόλου Α΄ Tocco (Τόκκο) (1405 ή 1408 - 1429), τον έλεγχο της περιοχής της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας πήρε ο Ναπολιτάνικος Οίκος των Tocco (Τόκκo), που ήσαν κόμητες της Κεφαλληνίας και της Λευκάδος. Αυτοί οι νέοι Ιταλοί κυρίαρχοι, ήτοι αυτός ο Ναπολιτάνικος Οίκος των Tocco (Τόκκo),  στην περίοδο 1408-1448, έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο σ’ αυτούς τους τελευταίους χρόνους της μεσαιωνικής Ηπείρου και της μεσαιωνικής Δυτικής Ελλάδας και πιο συγκεκριμένα της μεσαιωνικής Αιτωλίας & Ακαρνανίας.[27].



ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ TOY KEIMENOY ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

[1] Βιβλιογραφία: Νεραντζής Ιωάν., Η Χώρα των Αιτωλών, (διδακτορική διατριβή, 2001 [2003]), σ. 31-39. -David Abulafia, Η μεγάλη Θάλασσα: οι περιπέτειες των λαών της Μεσογείου, (τίτλος του πρωτοτύπου The Greate Sea, Λονδίνο 2011), (μετάφρ. Ελένης Χαλαζιά, εκδ. Ψυχογιός 2012). -Pierre Cabanes, Olivier Chaline, Bernard Doumerc, Alain Ducellier, Michel Sivignon, (υπό τη διεύθυνση του Pierre Cabanes), Ιστορία της Αδριατικής, (τίτλος του πρωτοτύπου: Histoire de lAdriatique, Paris 2001), (μετάφρ. Μαργαρίτας Κρεμμυδά, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., 2011). -Fernand Braudel, La Mediterranee et le monde mediteraneen ά lepoque de Philippe II, (διδακτ. διατρ., 1947), μεταφρασμένο και στα Ελληνικά. -Fernand Braudel, Γραμματική των Πολιτισμών, (τίτλος του πρωτοτύπου: Grammaire des civililatios, Paris 1993), (μετάφρ. Άρης Αλεξάκης, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2005). -Fernand Braudel, G. Duby, R. Arnaldez, M. Aymard, J. Gaudemet, P. Solinas, Η Μεσόγειος: ο χώρος και η ιστορία, (τίτλος του πρωτοτύπου: La Mediterranee, lespace et lhistoire, 1985), (μετάφρ. Έφη Αβδελά & Ρίκα Μπενβενίστε, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1990)  –Fernand Braudel, Maurice Aymard, Filippo Coarelli, Η Μεσόγειος: άνθρωποι και πολιτιστική κληρονομιά, (τίτλος του πρωτοτύπου: La Mediterranee, les hommes et lheritage, 1985), (μετάφρ. Κώστας Αντύπας, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1990). –Peregrine Horden & Nicholas Purcell, Μεσόγειος: θάλαττα πονηροδιδάσκαλος – Μελέτη της μεσογειακής Ιστορίας, (τίτλος πρωτοτύπου: The Corrupting Sea, 2004), (μετάφρ. Ντίνα Σαμπεθάϊ, εκδ. ‘‘Οδυσσέας’’, 2004).  -Grainger John, The League of the Aitolians, (1999), σσ. 499-530. –Καρύτσας Ι.,  Β., Η Ομοσπονδιακή Αιτωλική Πολιτεία και το αρχαίο Θέρμο, (1996), σσ. 68, 104-130, 175, 232-299, 365, 393, 445, 507, 512, 535. -Στεργιόπουλος Κ, Η Αρχαία Αιτωλία, (1939), σ. 154. -Hammond  N. G. L., Griffith G. T., Walbank F. W., Ιστορία της Μακεδονίας, (τ. Α΄ 1972, τ. Β¨ 1979, τ. Γ΄ 1988, σε ελληνική μετάφρ.: Γ. Φωτιάδης, Θ. Γεωργιάδης, Αλ. Κοσματόπουλος, Μίνα Παιδαράκη, Κατερ. Σαρακώτση, Φρειδερίκη Σιδηροπούλου, και γενική επιμέλεια Θαν. Γεωργιάδης, εκδόσ. Μαλιάρηςπαιδεία», Θεσσαλονίκη  1995), τ. Γ’ (1988), σ. 487-506. -Scholten (Joseph Bernard), The Politics of Plunder: Aitolians and their Koinon in the Erarly Hellenistic Era, 279-217 b.C., (2000), σσ. 229-233. Χέρτσβεργ Γουσταβ. Φρειδερ., Ιστορία της Ελλάδος επί της Ρωμαϊκής κυριαρχίας,, τόμος Α΄, (1902), σ. 541. -Momsen Th., Romische Geschichte, τ. 3ος, σ. 287. -Νικαλάϊ Τοντόροφ, Η Βαλκανική πόλη, 15ος – 19ος αιώνας, τόμοι δύο, μτφρ. Έφη Αβδελά & Γεωργία Παπαγεωργίου, «Θεμέλιο», Αθήνα 1986, τ. Α΄, σ. 16. -Ασδραχάς Σπύρ., (2011), «Η δύναμη των λέξεων στα χρόνια των Οθωμανών», Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, (Κυριακή 17-4-2011), ενότητα ‘‘Τέχνες και Γράμματα’’, σ. 8.

 

[2] Δες: -Νεραντζής Ιωάννης, Η Χώρα των Αιτωλών, (2001), σσ. 47-54. -Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σς. 64-72. -Νεραντζής Ιωάν., «Μνημειακή Τοπογραφία Ναυπάκτου στους Ρωμαϊκούς και Παλαιοχριστιανικούς Χρόνους: Οικιστικά, πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά τεκμήρια», Πρακτικά Β' Επιστημονικού Συνεδρίου: Η Ναύπακτος και η περιοχή της κατά τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (325-1821), Ναύπακτος 17-19/10/1997 = ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 10ος, ημίτομος 2ος , (2001), σσ. 81-85, και 102. -ΑΔ  28 (1973): Χρονικά, σ. 395. -Πετρόπουλος Μ., «Η Αιτωλοακαρνανία στη Ρωμαϊκή Περίοδο», ΠΡΑΚΤΙΚΑ Α' ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ, Αγρίνιο 21-23/10-1988 [1991], σσ. 93-125. -Tsangari  Dimitra, Corpus des monnaies d’or, d’argent et de bronze de la Confederation Etolienne, (Diss., Paris 2002 [Athenes 2007]), σσ. 10-36. -Purcell N., «The Nicopolitan Synocism and Roman Urban Policy», ΠΡΑΚΤΙΚΑ Α' ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΟΠΟΛΗ, Πρέβεζα 23-29/9/1984 [1987], σσ. 78-82. –Καραγιάννη-Χαραλαμποπούλου Ευγενία, "Η Ναύπακτος στα χρόνια του Απόκαυκου", ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 5ος, (1990-91), σσ. 77-118. -Καραγιάννη-Χαραλαμποπουλου Ευγενια, «Η Νάυπακτος στη Βυζαντινή Γραμματεία», Πρακτικά Β' Επιστημ. Συνεδρίου με θέμα: Η Ναύπακτος και η περιοχή της κατά τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή, Ναύπακτος 17-19/10/1997, 1ος ημίτομος, 2000, = ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος Ι' (= 10ος), 2000, σσ. 29-74. –Kahrstedτ U., «Die Territorien von Patrai und Nikopolis in der Kaiserzeit», Ηistoria 1, 1950, σ. 553. –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004).

 

[3] Δες: -ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ  Α΄: Πρακτικά του πρώτου Διεθνούς Συμποσίου για τη Νικόπολη, 23-29/9/1984, (Πρέβεζα 1987), (επιμέλεια Ευάγγ. Χρυσός), σποράδην. -ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ Β΄: Πρακτικά του Δευτέρου Διεθνούς Συμποσίου για τη Νικόπολη, Πρέβεζα 11-15/9/2002, [Πρέβεζα 2007], σποράδην. -Νεραντζής Ιωάν., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σ. 64-72.

 

[4] -Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σσ. 64-72. -Νεραντζής Ι., Η Χώρα των Αιτωλών, (2001, [2003]), σσ. 47-54.

 

[5] Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σσ. 64-72.

 

[6] Παλιούρας Αθαν., Βυζαντινή ΑιτωλοΑκαρνανία, (β΄ έκδ. 2004), σ. 223.

 

[7] Νεραντζής Ι., «Μνημειακή Τοπογραφία Ναυπάκτου στους Ρωμαϊκούς και Παλαιοχριστιανικούς Χρόνους: Οικιστικά, πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά τεκμήρια», Πρακτικά Β' Επιστημονικού Συνεδρίου: Η Ναύπακτος και η περιοχή της κατά τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (325-1821), Ναύπακτος 17-19/10/1997 = ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος 10ος, ημίτομος 2ος , (2001), σσ. 81-85, και 102.

 

[8] -Βρυώνης Σπύρος, Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, (εκδ. «Γρηγόρη», χ.χ.έ.), σποράδην. -Κόλιας Γ., Ιστορική Γεωγραφία του Ελληνικού χώρου, (1969), σποράδην.

 

[9] Βιβλιογραφία: –Χαραλαμπόπουλος Χαράλ., «Σεισμοί στη Ναύπακτο», ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΚΑ, τόμος Γ', (1986-87), σσ. 544-546. -Σιμόπουλος  Κυριάκος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα, 333 μ.Χ. - 1700 μ.Χ., τόμοι 1-3. (Ο τρίτος τόμος σε δύο ημιτόμους), (1975). -Σιμόπουλος Κυριάκος, Πώς είδαν οι ξένοι τήν Ελλάδα τού 1821, (τόμοι πέντε, (Αθήνα 1984). -Βλασσόπουλος Στ. Γιάννης, Ανεμοκάραβα: καράβια, εμπόριο, μεταφορές, ληστείες, πειρατείες, πανώλη, στο Ιόνιο και στα Ακαρνανικά παράλια τον 18ον αιώνα, (2006). –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004).

 

[10] Βιβλιογραφία: -Ασωνίτης Σπ., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. –Παλιούρας Αθ., Βυζαντινή Αιτωλοακαρνανία, (2004), σποράδην. –Nicol (M. Donald), Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, (μετάφρ. Ευγένιος Πιερής, 1991 [1993]). -Βλασσόπουλος Στ. Γιάννης, Ανεμοκάραβα: καράβια, εμπόριο, μεταφορές, ληστείες, πειρατείες, πανώλη, στο Ιόνιο και στα Ακαρνανικά παράλια τον 18ον αιώνα, (2006). –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004).

 

[11] Βιβλιογραφία: -Ασωνίτης Σπύρ., ό.π. -Nicol D., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479). -Giuseppe Schiro΄, Το Χρονικό των Τόκκων: Τα Ιωάννινα κατά τας αρχάς του ΙΕ΄ αιώνος, [Ιωάννινα, 1965]), σποράδην.

 

[12] Βιβλιογραφία: Καπώνης Νίκ., (2005), Η ναοδομική αρχιτεκτονική του Δεσποτάτου της Ηπείρου, την περίοδο της δυναστείας των Κομνηνών Αγγέλων 1204-1318, (ανέκδοτη διδακτορική Διατριβή, Παν/μιο Ιωαννίνων, 2005, από αντίτυπο στη Βιβλιοθήκη του Σπουδαστηρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων). Δες και τη διδακτορική διατριβή της αρχαιολόγου Μυρτώς Βεΐκου, (2007), Κατοίκηση της βορειοδυτικής Ελλάδας στη Μεσοβυζαντινή Περίοδο, (ανέκδοτη).

[13] -Nicol Donald M., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (εκδ. ‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 21-22. –Nicol Donald M., Βυζάντιο και Βενετία: Μελέτη των διπλωματικών και πολιτιστικών σχέσεων, (μετάφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, 1999, [2004]), σποράδην. -Διονύσ. Ζακυθηνός, λήμμα “Βυζάντιον”, στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (‘‘Πυρσός’’), συμπλήρωμα, τόμος 2ος, σ. 244.

[14] Γρηγοράς, iv. 9:Ι, σ. 110 (CSHB). Πρβλ.: -Nicol D., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (εκδ. ‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 22. -Νεραντζής Ιωάννης, Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σποράδην. -Νεραντζής Ιωάν., “Το ΄΄σαντζάκιον του Κάρλελι΄΄ στην περίοδο της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα”, ΤΑ ΑΙΤΩΛΙΚΑ, τχ. 6, Ιαν.-Ιούν. 2006, σσ. 91-96.

[15] Γρηγοράς Νικηφόρος (+1361), λόγιος και ιστορικός. Ο Γρηγοράς ήταν ένας από τους πολυμαθέστερους λογίους, φιλοσόφους, ιστορικούς και θεολόγους του 14ου αιώνα.  Η Ιστορία του αποτελείται από 37 βιβλία, καλύπτει την περίοδο από το 1320 μέχρι το 1359, και είναι μια σημαντικότατη πηγή πληροφοριών για την εποχή του. (Donald M. Nicol, Βιογραφικό Λεξικό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, (1991), [μετάφρ. Ευγένιος Πιερρής, «Ελληνική Ευροεκδοτική», 1993], σ. 91-92).

[16] -Nicol Donald M., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 22.

[17] Nicol D. M., The Despotate of Epiros, (Oxford, 1957), σ. 171-173.

[18] Nicol D. M., The Byzantine Family of Kantakouzenos (Cantacuzenus) ca 1100-1460, (Dumbarton Oaks Studies, XI: Washington, D. C., 1968), no 16, σελ. 20-24. -Nicol Donald M., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (εκδ. ‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 23.

[19] Η σταδιοδρομία του Καρόλου Ανζού στο σημείο που αφορά τον βυζαντινόν κόσμον έχει μελετηθεί, ιδίως από τους: -Runciman S., The Scilian Vespers (1958). –Gianakopoulos D. J., Emperor Michael Palaeologus and the West, (1959). Πρβλ.: -Nicol Donald M., Το Δεσποτάτο της Ηπείρου 1267-1479, (εκδ. ‘‘Ελληνική Ευρωεκδοτική’’, 1991), σ. 23-45.

[20] Αντίστοιχα βιβλία αναφοράς για την Ιστορία της Αιτωλίας και Ακαρνανίας στην ίδια περίοδο, 1000-1700, παραμένουν: -Συγκέλλου Ευστρατία, Ο πόλεμος στον δυτικό ελλαδικό χώρο κατά τον ύστερο μεσαίωνα (13ος –15ος αι.), (έκδ. Ε.Ι.Ε. / ΙΝΣΤΙΤ. ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ, Μονογραφίες 8, Αθήνα 2008). -Αρχοντίδης Αστέριος, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα, (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού Κόλπου και της Αιτωλοακαρνανίας, (διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 1983). –Ασωνίτης Σπυρ., Συμβολή στην ιστορία της ΑιτωλοΑκαρνανίας και των νησιών του νότιου Ιονίου. Από την προσάρτηση της Κομητείας της Κεφαλληνίας στο Πριγκηπάτο της Αχαΐας μέχρι το θάνατο του Καρόλου Α΄ Τόκκου: 1325-1429, (διδ. διατριβή), Θεσσαλονίκη 1986. -Ασωνίτης Σπύρ., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005). –Ασωνίτης Σπύρ., «Κατοχή: Μια κτήση του πριγκηπάτου της Αχαΐας στη δυτική Στερεά», Ιστορικογεωγραφικά  3, (1992), σ. 93-107. -Μαμασούλα Μαρία, Παιδεία και γλώσσα στον ΄Αγιο Κοσμά τον Αιτωλό, (διδακτορική διατριβή), [2004]. -Λούντζης (Ερμάννος), Η Ενετοκρατία στα εφτάνησα, (αυτόν τον τίτλο φέρει στην φωτοανατύπωση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Κάλβος» το 1969, ενώ ο κανονικός τίτλος του, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1856 στην Αθήνα, ήταν: Ερμάννου Λούτζη, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επταννήσου επί Ενετών). –Γιαννόπουλος Ι., (1971), Η Διοικητική Οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393-1821). –Γιαννακοπούλου Ελ., (1987), ΓαλλοΕλληνική εκμετάλλευση δασών στη Δυτική Ελλάδα (1710-1792), (διδακτορική διατριβή, 1987). –Γκιόλιας Μάρκος, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του, (1972). –Σαββίδης Αλέξης & Νικολούδης Νικ., Ο ΄Υστερος Μεσαιωνικός Κόσμος (11ος - 16ος αιώνες): Βυζάντιο, μεσαιωνική Δύση, Ανατολή και Ισλάμ, Βαλκάνια και Σλαύοι, (2007). –΄Αμαντος Κων., Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, από του ενδεκάτου αιώνος μέχρι του 1821, τόμος Α΄: Οι πόλεμοι των Τούρκων προς κατάληψιν των Ελληνικών χωρών, 1071-1571, (1955). –Ζακυθηνός Διον., Η Τουρκοκρατία, (χ.χ.έ.). –Βρυώνης Σπυρ., Ιστορία των Βαλκανικών Λαών, (εκδ. «Γρηγόρη», χ.χ.έ.). –Κόλιας Γ., Ιστορική Γεωγραφία του Ελληνικού χώρου, (1969). –Φερεντίνος Γ., Ιστορία της Ακαρνανίας, τόμος Β΄: 31 π.Χ. – 1479 μ.Χ., (1989). –Φερεντίνος Γ., Ιστορία της Ακαρνανίας, τόμος Γ΄: 1479 μ.Χ. – 1817 μ.Χ., (1999). –Παπασαλούρος Φώτ., Βλοχός: η ακρόπολη των Θεστιέων, (2006). –Μάξιμος Σ., Τουρκοκρατία 1685-1789, (β΄έκδ. 1944). –Γκιόλιας Μάρκ., Συμβολή στην ιστορία του κοινωνικού και πολιτισμικού χώρου της Ευρυτανίας και των Αγράφων κατά την τουρκοκρατία, (1986). –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004). –Πριόβολος Ευθ., Το Αγγελόκαστρο της Αιτωλίας, (τόμοι 2, Αθήνα, 1998).

[21] Νεραντζής Ιωάννης, Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σποράδην. -Donald M. Nicol,, Βυζάντιο και Βενετία: Μελέτη των διπλωματικών και πολιτιστικών σχέσεων, (μετάφρ. Χριστίνα-Αντωνία Μουτσοπούλου, 1999, [2004]), σποράδην.

[22] –Πριόβολος Ευθ., Το Αγγελόκαστρο της Αιτωλίας, (τόμοι 2, Αθήνα, 1998). –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004).

[23] Παπασαλούρος Φώτ., Βλοχός: Η ακρόπολη των Θεστιέων, από τον μύθο στην ιστορία, (έκδ. Πνευματικού Κέντρου Δήμου Θεστιέων, Ν. Αιτωλ/νίας, 2006).

[24] –Παλιούρας Αθαν., «Τα κάστρα, της Πρέβεζας, της Βόνιτσας, και της Λευκάδας, στην εποχή της Βενετοκρατίας», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου: Η Ιστορία της Πρέβεζας, Πρέβεζα 22-24/09/1989, [Πρέβεζα 1993], σσ. 43-48. -Καπώνης Νίκ., (2005), Η ναοδομική αρχιτεκτονική του Δεσποτάτου της Ηπείρου, την περίοδο της δυναστείας των Κομνηνών Αγγέλων 1204-1318, (ανέκδοτη διδακτορική Διατριβή, Παν/μιο Ιωαννίνων, 2005, από αντίτυπο στη Βιβλιοθήκη του Σπουδαστηρίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων). -Μυρτώ Βεΐκου, (2007), Κατοίκηση της βορειοδυτικής Ελλάδας στη Μεσοβυζαντινή Περίοδο, (ανέκδοτη). -Ασωνίτης Σπ.., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. Δες επίσης: - Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σποράδην. -Λούντζης (Ερμάννος), Η Ενετοκρατία στα εφτάνησα, (αυτόν τον τίτλο φέρει στην φωτοανατύπωσή του από τις εκδόσεις «Κάλβος» το 1969, ενώ ο κανονικός τίτλος του, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1856 στην Αθήνα, ήταν: Ερμάννου Λούτζη, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επταννήσου επί Ενετών), σποράδην. –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004), σποράδην.

[25] Για την πρώτη μαζική αλβανική παρουσία εντός του ελλαδικού χώρου που σημειώνεται το πρώτο τέταρτο του 14ου αι., και κυρίως για τη συμπαγή πληθυσμιακή συγκέντρωση Αλβανώ/Αρβανιτών στο χώρο της Ακαρνανίας, δες: Ψιμούλη Βάσω, «Σουλιώτες: βοσκοί και άρπαγες», ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, τόμος 13ος, τχ. 24,25, Ιούν., Δεκ., 1996, σσ. 13-36.

[26] -Ασωνίτης Σπ.., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. -Νεραντζής Ι., Ιστορική Αρχαιολογία Ναυπάκτου, (2007), σποράδην. -Λούντζης (Ερμάννος), Η Ενετοκρατία στα εφτάνησα, (αυτόν τον τίτλο φέρει στην φωτοανατύπωση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Κάλβος» το 1969, ενώ ο κανονικός τίτλος του, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1856 στην Αθήνα, ήταν: Ερμάννου Λούτζη, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επταννήσου επί Ενετών), σποράδην. –Πριόβολος Ευθ., Η Αιτωλο-Ακαρανία με τα μάτια των Περιηγητών, (2004), σποράδην. - Αστέριον Π. Αρχοντίδη, Η Βενετοκρατία στη Δυτική Ελλάδα, (1684-1699): Συμβολή στην Ιστορία της περιοχής του Αμβρακικού Κόλπου και της Αιτωλοακαρνανίας, διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 1983.

[27]  -Ασωνίτης Σπύρ., Το Νότιο Ιόνιο κατά τον ΄Οψιμο Μεσαίωνα: Κομητεία Κεφαλληνίας, Δουκάτο Λευκάδας, ΑιτωλοΑκαρνανία, (2005), σποράδην. –Γιαννόπουλος Ι., Η Διοικητική Οργάνωσις της Στερεάς Ελλάδος κατά την Τουρκοκρατίαν (1393-1821), (διδακτορική διατριβή, 1971), σποράδην. -Μέρτζιος Κων., «Ειδήσεις περί της Στερεάς Ελλάδος εκ των Αρχείων της Βενετίας», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τ. Β΄, 1969-70, (σσ. 339-436), σ. 415: «Ο προβλεπτής Αγίας Μαύρας [Λευκάδας] Πιέτρο Μπέμπο προς τον Δόγη από 26-5-1689: Μόλις ετελείωσαν αι εκλογαί των δημογερόντων Ξηρομέρου, Βάλτου, Αγγελοκάστρου… εξεστράτευσεν ο Γκιαούρ πασάς ονόματι Μπέη Λιμπεράκης… μετέβη εις το Βρακοχώρι και έστειλεν απειλητικά γράμματα εις όλας τας κοινότητας Ξηρομέρου…». –Μέρτζιος Κων., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφίαν», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τ. 6, 1957, (σσ. 485-496), σ. 492: «Ο Γενικός Στρατιωτικός Διοικητής του Μορέως Ιάκωβος ντε Μόστο, από Πάτρα  στις 14 Γενάρη του 1702, προς τον Δόγη: «… Εσημειώθησαν μερικά κρούσματα πανώλους και, ότι το χωρίον Βρακοχώρι, απέχον δύο-τρία μίλλια από το Σαπάντι, παραμένει άθικτον…». Πρβλ.: Παπατρέχας Γεράσ., Ιστορία τού Αγρινίου και της γύρω περιοχής από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, (εκδομένο από τον Δήμο Αγρινίου, 1991), σ. 118-119. -Λούντζης (Ερμάννος), Η Ενετοκρατία στα εφτάνησα, (εκδόσεις «Κάλβος», 1969). -Μέρτζιος Κ. Δ., «Ειδήσεις περί της Στερεάς Ελλάδος εκ των Αρχείων της Βενετίας», Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τ. Β΄, 1969-70, σσ. 339-436.  -Μέρτζιος Κ. Δ., «Συμπλήρωμα εις την Ηπειρωτικήν Χρονογραφίαν», ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τ. 6, 1957, σσ. 485-496. -Μέρτζιος Κ. Δ,, «Κάρολος Α' ο Τόκκος προς τον Δόγην της Βενετίας. Μία ανέκδοτος επι­στολή του εξ Ιωαννίνων, του 1425», Ηπειρωτική Εστία, τόμ. 2, (1953), σ. 793.  -Μέρτζιος Κ. Δ., «Trois lettres inedites de Charles Tocco en 1427, 1428 et 1432», Akten des XI Internationalen Byzantinistenkongresses, Munchen 1958, [1960], σ. 352-354. -Νεραντζής Ι., «Τοπική Ιστορία και Τοπική Βιβλιογραφία», ΠΑΡΟΥΣΙΑ: ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ, (τριμηνιαία έκδοση της «Ένωσης ΑιτωλοΑκαρνάνων Λογοτεχνών», 51, Ιαν.-Μάρτ. 2010, σ. 12-22.  -Ριζόπουλος Γ., «Μετάφραση του κειμένου του W. Leake που αναφέρεται στη περιήγησή του στην Ακαρνανία», ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, 1966, (σσ. 129-135), σ. 131-132.